Δε σκότωσα εγώ τη Λωρ ντε Γκρεναντίν Μπουατέζ κι ας είχα κάθε λόγο να επιθυμώ τον θάνατό της – δεν ήμουν άλλωστε η μόνη. Η ίδια έφαγε το κεφάλι της. Η μανία της να χώνει τη μύτη της παντού –την υπέροχη, λεπτοκαμωμένη, ελαφρώς ανασηκωμένη μύτη της με τα παιχνιδιάρικα ρουθούνια, που τρέλαινε τους άνδρες–, αυτή η μανία τη σκότωσε. Ποιος της είπε να σκαλίζει αν ο τάδε πλαγιάζει με τον δείνα ή αν ετούτος γλυκοκοιτάζει τη γυναίκα τ’ αλλουνού; Δεν της έφτανε που εμπορευόταν τις χάρες της, ήθελε να πουλά και τη σιωπή της. Το κορμί της, αυτό το θεσπέσιο κορμί με τις χρυσές αναλογίες, έκρυβε μέσα του ό