Δύο έφηβοι, ένας Ελληνοκύπριος και μια Τουρκοκύπρια, συναντιούνται σε μια ταβέρνα, στο νησί που και οι δυο αποκαλούν πατρίδα τους. Στην ταβέρνα, κρυμμένη πίσω από πλεξούδες σκόρδα και αρμαθιές καυτερές πιπεριές, κάτω από το αγιόκλημα που σκαρφαλώνει στους τοίχους της, μεγαλώνει ο απαγορευμένος έρωτας του Κώστα και της Ντέφνε. Μια συκιά περνάει θαρρετά μέσα από μια τρύπα στην οροφή κι αυτό το δέντρο γίνεται μάρτυρας των κρυφών, ευτυχισμένων συναντήσεών τους και κάποια στιγμή του σιωπηρού, λαθραίου φευγιού τους. Το δέντρο είναι εκεί όταν ξεσπάει ο όλεθρος, όταν η πρωτεύουσα γίνεται στάχτη και ε