Όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν ήδη οι πρώτες ώρες της αυγής. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να χάνει την απόλυτη ως τώρα κυριαρχία του, λες και κάποιος ζωγράφος είχε πάρει την απόφαση να προσθέσει λίγο φως σε έναν πολύ σκούρο καμβά, ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω. Το φως κέρδιζε σιγά αλλά σταθερά τη μάχη με το σκοτάδι. Ήταν μια από τις εκατομμύρια μάχες του σε έναν προαιώνιο πόλεμο ανάμεσά τους. Ποτέ κανείς τους δεν υποχωρούσε και σε κάθε ξαπόσταμα του ενός, ο άλλος έβρισκε πάντα την ευκαιρία να υπερτερήσει. Η Σοφία δε φοβόταν το σκοτάδι πια… Τώρα τα ταξίδια του ονείρου της δεν την οδηγούσαν πάντα σ