Ο Αϊζάια ήταν του Σάμιουελ και ο Σάμιουελ του Αϊζάια. Έτσι ήταν από την αρχή κι έτσι θα ήταν ως το τέλος. Στον στάβλο φρόντιζαν τα ζώα αλλά κι ο ένας τον άλλο, κάνοντας την άδεια καλύβα καταφύγιο της ανθρωπιάς, της τρυφερότητας και της ελπίδας σε έναν κόσμο που τον όριζαν σκληροί αφέντες. Αλλά, όταν ένας μεγαλύτερος άντρας –σκλάβος κι αυτός– προσπάθησε να κερδίσει την εύνοια του αφέντη κηρύττοντας τη θρησκεία του στη φυτεία, οι σκλάβοι στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου. Και η αγάπη του Αϊζάια και του Σάμιουελ, κάποτε τόσο απλή, έγινε ξαφνικά αμαρτία και απειλή για την αρμονία της φυτείας. Μ